Εισήγηση της εκδήλωσης για το μεταναστευτικό

Η μετανάστευση αποτελεί απόρροια των γεωπολιτικών τακτικών που χρησιμοποιούν τα κράτη και υπάρχει καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας, όπου δηλαδή οι εκάστοτε εξουσιαστές των «δυνατών» κρατών προσπαθούν να κυριαρχήσουν στα φτωχότερα. Στη σύγχρονη ιστορία τα «ανεπτυγμένα» κράτη όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία, οι Η.Π.Α. κ.ά. κηρύσσουν καθεστώς πολέμου στις φτωχότερες χώρες της Μέσης Ανατολής με σκοπό να εκμεταλλευτούν το φυσικό τους πλούτο. Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης εμπόλεμης κατάστασης και της επακόλουθης φτωχοποίησης , οι άνθρωποι ωθούνται σε βίαιη μετακίνηση.

Τα αίτια δημιουργίας της μετανάστευσης λοιπόν, δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που έχουν προκαλέσει, είτε για οικονομικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους (ISIS), τα κράτη που κατέχουν την κυριαρχία, μέσω της συντονισμένης εξόντωσης των λαών στο βωμό του κέρδους. Η τεράστια μεταναστευτική ροή που έχει δημιουργηθεί, κυρίως μετά τα τελευταία γεγονότα στην Συρία (βομβαρδισμοί, εμφυλιακές συγκρούσεις κτλ.), συσσωρεύεται κυρίως στις γειτονικές χώρες της Συρίας αλλά και στην είσοδο της Ευρώπης, τα Βαλκάνια, παράλληλα με τους ανθρώπους που μετακινούνται από χώρες όπως, Ιράν, Μαρόκο κ.ά. προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης.

Η διαχείριση αυτών των μεταναστευτικών ροών και η υποδοχή τους στις χώρες της Ε.Ε. ορίζεται ως «πρόβλημα» από αυτές, που απαιτεί μια κοινή πολιτική-οικονομική αντιμετώπιση πίσω από τα έδρανά τους. Τα καθημερινά ναυάγια στη Μεσόγειο με εκατοντάδες νεκρούς, οι ξυλοδαρμοί από λιμενόμπατσους και οι άθλιες συνθήκες παραμονής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής κατεύθυνσης που χαράσσει η ΕΕ. Η κοινή πολιτικοοικονομική αντιμετώπιση, δηλαδή με απλά λόγια, οι ανάγκες της αγοράς, που καθορίζονται από το διεθνές κεφάλαιο, παίρνουν τελικά το ρόλο του ρυθμιστή στην κίνηση των μεταναστευτικών ροών. Από τη μία, χώρες όπως η Γερμανία, υποδέχονται τους εν δυνάμει δούλους τους στον σύγχρονο εργασιακό μεσαίωνα που επιβάλλουν. Από την άλλη, χώρες όπως η Ουγγαρία (εθνικιστικό καθεστώς), οχυρώνονται ενάντια στην «μεταναστευτική απειλή», κλείνοντας τα σύνορα και αναβαθμίζοντας τα επίπεδα καταστολής χρησιμοποιώντας ξεκάθαρα φασιστικές πρακτικές: ο στρατός απέναντι στους μετανάστες στα σύνορα, πλαστικές σφαίρες, ξύλο και δακρυγόνα, αποτελούν κάποια παραδείγματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, που με αφορμή τις πρόσφατες επιθέσεις στο Παρίσι, έρχεται να λύσει το πρόβλημα του εσωτερικού εχθρού, παίρνοντας μέτρα έκτακτης ανάγκης. Ψηφίζει «αντιτρομοκρατικές» διατάξεις που έχουν στόχο τη δημιουργία ενός πλαισίου καταστολής που θα επιβληθεί και αφορά ολόκληρη την κοινωνία του αγώνα και τους μετανάστες που ζουν εκεί, ενώ προσπαθεί να αποσιωπήσει το γεγονός ότι ήταν η βασική χώρα που εξόπλιζε την Συρία με πολεμικό υλικό μέχρι το 2014… Οι ίδιοι δηλαδή που εκτρέφουν, γιγαντώνουν και οπλίζουν τους στρατούς, χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τους νεκρούς που οι ίδιοι δολοφόνησαν με τις πολιτικές τους συμμαχίες και τα επεκτατικά τους σχέδια.

Προφανώς η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να λείπει από το παιχνίδι της διεθνούς σκακιέρας, αν αναλογιστούμε την θέση που κατέχει γεωγραφικά και πολιτικά. Με την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., το ελληνικό κράτος, όσο και να θέλει να φαίνεται αριστερό, εφοδιάζει με στρατεύματα όλα τα σύγχρονα σφαγεία (Αφγανιστάν, Ιράκ). Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., συνεχίζει το έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων, κλείνοντας τα σύνορα και επανδρώνοντάς τα με τον μισθοφορικό στρατό της Frontex. Οι τελευταίοι, με την αγαστή συνεργασία του ελληνικού στρατού, εκκενώνουν τις ήδη άθλιες εγκαταστάσεις που διαμένουν οι μετανάστες (βλ. Ειδομένη), αντιμετωπίζοντας βίαια όσους αντιστέκονται και αρνούνται να γυρίσουν πίσω ή να μεταφερθούν στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα γνωστά ως «κέντρα φιλοξενίας». Ο φράχτης του Έβρου συνεχίζει να υψώνεται αντί να ξηλώνεται και ευθύνεται για τον χαμό πολλών ανθρώπων. Το κλίμα συνεχίζεται με τους ντόπιους μαυραγορίτες οι οποίοι πλουτίζουν σε βάρος των μεταναστών. Αυτό δεν προκαλεί καμία εντύπωση, καθώς κάτω από το πέπλο της εθνικής ενότητας, ο εθνικός οχετός ξερνάει μισανθρωπισμό και εκμετάλλευση.

Αυτή η αναμφισβήτητα κτηνώδης αντιμετώπιση των ανθρώπων που προσπαθούν να διαφύγουν τον πόλεμο και την φτώχεια βασίζεται σε μια σειρά από στερεότυπα και διαστρεβλωτικές αντιλήψεις που συντηρούν τις φυλετικές διακρίσεις και τη ξενοφοβία. Ειδικά έπειτα από το τρομοκρατικό χτύπημα του ISIS στη γαλλική πρωτεύουσα, τα ΜΜΕ – και ως επακόλουθο μια μεγάλη μερίδα κόσμου- επιχειρούν τη συστηματική στοχοποίηση τόσο των μεταναστευτικών ροών, όσο και του μουσουλμανικού κόσμου γενικότερα, ως υπαιτίων του μακελειού στο Παρίσι. Χαρακτηρίζονται δηλαδή υποψήφιοι τρομοκράτες και κατά κάποιο τρόπο υπεύθυνοι του χτυπήματος οι πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής, ενώ οι περισσότεροι στην πραγματικότητα μεταναστεύουν ακριβώς για να γλιτώσουν από τέτοιου είδους θηριωδίες του ισλαμικού κράτους, τις οποίες και έχουν ζήσει στο πετσί τους πολύ περισσότερο. Εξίσου αφελής και επικίνδυνη είναι η άποψη πως οι άνθρωποι που ασπάζονται το Ισλαμ είναι ταυτόχρονα και υποστηρικτές τους ISIS και συνεπώς «φύσει» εχθροί της Δύσης. Αρκεί να επισημάνουμε πως το ισλαμικό κράτος αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% των μουσουλμάνων στον κόσμο και πως το 90% των χτυπημάτων τους ISIS είχε και έχει ως στόχο μουσουλμανικές κοινότητες. Τα θύματα αυτών των επιθέσεων όμως δύσκολα θα αποσπάσουν τηλεοπτικό χρόνο και σπάνια θα αγγίξουν τις κατά τα άλλα ευαίσθητες και ανθρωπιστικές χορδές της Ευρώπης.

Αλλά και όταν δεν υπάρχουν έκτακτα γεγονότα όπως αυτό του Μπατακλάν η αντιμεταναστευτική ρητορική επιστρατεύει ορισμένα από τα all time classic ρατσιστικά «επιχειρήματα»:

1) Μας παίρνουν τις δουλειές: Ως γνωστόν οι ουρές στον ΟΑΕΔ, οι αυθαίρετες εργοδοτικές απολύσεις, οι μνημονιακές περικοπές, η επάπειρον αναμονή προκηρύξεων ΑΣΕΠ και οι μειώσεις των συντάξεων οφείλονται στην εξαθλιωτική και εξοντωτική εργασία των μεταναστών στα εργοτάξια και στα χωράφια (βλ. Μανωλάδα). Μιλάμε για αστεία πράγματα. Στην πραγματικότητα οι μετανάστες είτε βρίσκουν δουλειά πολύ πιο δύσκολα από τους ντόπιους, είτε καταπιάνονται με κάποια εργασία την οποία κανείς πορφυρογέννητος έλλην πολίτης θα έκανε ποτέ. Σε τελική ανάλυση οι ντόπιοι με τους μετανάστες εργαζόμενους όχι απλώς δεν έχουν μεταξύ τους ανταγωνιστικές σχέσεις, αλλά βρίσκονται λίγο πολύ στην ίδια μοίρα και στο ίδιο στρατόπεδο απέναντι στη συνεχή κερδοφορία και εκμετάλλευση των εργοδοτών και του κεφαλαίου.

2) Δεν χωράμε άλλοι: Πώς είναι δυνατόν η ύπαιθρος και τα χωριά να ερημώνουν, ολόκληρες περιοχές να έχουν εγκαταληφθεί ή να διαμένουν μόνο υπερήλικες και ταυτόχρονα να μην χωράμε άλλοι; Το αναμφισβήτητα υπαρκτό πρόβλημα βιοπορισμού που αντιμετωπίζουμε ως κάτοικοι αυτής της χώρας δεν οφείλεται προφανώς στην ποσότητα αυτών που διαμένουν, αλλά στις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν. Είναι τόσο μεγάλη η άνιση κατανομή ευκαιριών και πλούτου, το 56% του πλούτου της χώρας ανήκει μόλις στο 1% των κατοίκων -ποσοστό που έχει αυξηθεί κατά την περίοδο της κρίσης- κάτι που εκ των πραγμάτων σημαίνει πως το πρόβλημα δεν είναι αυτοί που έρχονται αλλά αυτοί που είναι εδώ! Αυτοί με τους οποίους δεν χωράμε είναι το 1% των τραπεζιτών, των βιομηχάνων, των εφοπλιστών και των μεγαλοεπιχειρηματιών. Κατά τα άλλα υπάρχει πολύς χώρος ακόμα…

3) Οι μετανάστες αυξάνουν την εγκληματικότητα: Την εγκληματικότητα την δημιουργεί η φτώχεια, η περιθωριοποίηση, η απόγνωση και το πανανθρώπινο ένστικτο της επιβίωσης. Δεν υπάρχουν φυλές που ρέπουν προς τη παρανομία ή τη νομιμότητα υπάρχουν όμως πολιτικές που δεν επιτρέπουν την ομαλή και ισότιμη ένταξη των μεταναστών, καταδικάζοντάς τους να ζουν χωρίς καμία εξασφάλιση εργασίας, τροφής και στέγασης. Εξαρτάται βέβαια τι εννοούμε και εγκληματικότητα. Αλήθεια τι είναι ζημιογόνο για μια κοινωνία το παραεμπόριο και η απαλλοτρίωση ειδών πρώτης ανάγκης ή τα οικονομικά σκάνδαλα των τραπεζών και των πολιτικών;

4) Να μείνουν στον τόπο τους να πολεμήσουν: Αυτοί που διατυπώνουν κάτι τέτοιο ουσιαστικά ζητούν από οικογένειες να μείνουν στο σπίτι τους όπου κάθε λεπτό διατρέχουν τον κίνδυνο να βομβαρδιστούν από το ΝΑΤΟ, τον Άσαντ, τους Ρώσους, τον ISIS, την ΕΕ και από λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις. Θαρρείς και το να εγκαταλείψει κάποιος τον τόπο του και τους δικούς του -πιθανότατα για πάντα- είναι μια εύκολη και αβίαστη υπόθεση. Όσοι εκφράζουν κάτι τέτοιο ας αναλογιστούν καλύτερα πόσο εύκολα θα συμβούλευαν το παιδί τους να φύγει από την Ελλάδα της κρίσης για να βρει καλύτερο μέλλον. Όταν κάποιος φορτώνεται σε μια ψαρόβαρκα για να περάσει το παγωμένο Αιγαίο -με πολύ μεγάλο το ρίσκο του ναυαγίου- είναι απολύτως βέβαιο ότι η φυγή ήταν ο μόνος δρόμος.

5) Οι μετανάστες θα επιφέρουν πολιτισμική αλλοίωση στην Ευρώπη: Αυτή η άποψη είναι φανερό ότι δεν σέβεται κανέναν πολιτισμό, πόσο μάλλον αυτόν που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται. Και αυτό γιατί εγγενές χαρακτηριστικό των πολιτισμών είναι η επαφή και διάδραση με άλλες κουλτούρες, όπου μέσα από αυτήν την σύνθεση

οι άνθρωποι και οι κοινωνίες τους βγαίνουν πνευματικά πλουσιότεροι. Η κουλτούρα κάθε λαού, εξάλλου, δεν έχει δημιουργηθεί εν μία νυκτί αλλά είναι το αποτέλεσμα αιώνων αλληλεπίδρασης με λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικές κοινωνίες. Με άλλα λόγια θέλουμε στη γειτονιά μας να ακούμε και άλλες γλώσσες, να γνωρίσουμε νέα έθιμα, να γευτούμε φαγητά από άλλους τόπους και να ακούσουμε μουσικές που έρχονται από μακριά. Ο πολιτισμός ουσιαστικά κινδυνεύει μόνο από τη στασιμότητα, την απομόνωση και την περιχαράκωση.

Συνολικά μιλώντας δεν είναι φυσικά πρόθεση μας η αγιοποίηση οποιουδήποτε απλά και μόνο επειδή έχει την ιδιότητα του μετανάστη, αλλά η αποδόμηση των ρατσιστικών στερεοτύπων που δεν επιτρέπουν την επί ίσοις όροις επαφή μεταξύ των ανθρώπων.

Την ίδια ώρα, ο κυρίαρχος λόγος, που επιβάλλεται κυρίως μέσω των ΜΜΕ, αναπαράγει τον πλαστό διαχωρισμό μεταξύ «προσφύγων» και «μεταναστών», πυροδοτώντας την εξάπλωση τέτοιου είδους ρατσιστικών στερεοτύπων. Έτσι λοιπόν, ακούμε στα χειραγωγούμενα μίντια να μιλάνε με περισσή ευαισθησία για τους πρόσφυγες Σύριους που φεύγουν από τον τόπο τους για να σωθούν από τον πόλεμο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ( Πακιστανοί, Αφγανοί, Μαροκινοί ) αντιμετωπίζονται ως λαθραίοι εισβολείς που αποτελούν τη μεταναστευτική απειλή και στέκονται εμπόδιο στην οικονομική και πολιτική ευμάρεια των χωρών της εγκατάστασής τους.

Η αντιμεταναστευτική αυτή ρητορική παίρνει σάρκα και οστά το τελευταίο χρονικό διάστημα, όταν μετανάστες με χώρες προέλευσης που δε βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, πολύ συχνά στο πέρασμά τους προς την Ευρώπη συναντούν κλειστά σύνορα, μακροχρόνιο εγκλεισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εκμετάλλευση από κυκλώματα διακινητών και απελάσεις. Εάν τα καταφέρουν να περάσουν, θα αποτελέσουν ένα ευέλικτο, ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό που θα χρησιμοποιείται σε παντός είδους δουλειές «δεύτερης κατηγορίας» ανάλογα με τις εργασιακές απαιτήσεις και τα συμφέροντά της ΕΕ και που σύντομα θα γνωρίσει μεγαλύτερη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Φυσικά, επειδή τα κράτη της ΕΕ ξέρουν να παίζουν πολύ καλά το επικοινωνιακό παιχνίδι, προβάλλουν και το ανθρωπιστικό τους προσωπείο, που ενσαρκώνεται κυρίως στις δράσεις των ΜΚΟ. Πολυάριθμοι θεσμικοί φορείς και ΜΚΟ δίνουν το παρόν σε κάθε σύνορο – και όχι μόνο – μοιράζοντας φιλανθρωπία με το κουτάλι. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζουν ευρωπαϊκά κονδύλια για την προσωρινή ανακούφιση των απεγνωσμένων μεταναστών, ενώ στην πραγματικότητα, ξεπλένουν χρήμα και συνειδήσεις στο όνομα ενός ανθρωπισμού που έχει επανα-νοηματοδοτηθεί από τα πάνω. Η υποκρισία δε, κορυφώνεται, όταν καταχράζονται την αυθόρμητη αντίδραση του απλού κόσμου που σε αρκετές περιπτώσεις βοηθάει τους μετανάστες και την ενσωματώνουν άμεσα σε θεσμικά πλαίσια.

Ακριβώς στον αντίποδα, βρίσκεται η αλληλεγγύη που προτάσσουμε εμείς, μακριά από χρηματοδοτήσεις, ιεραρχίες και θεσμοθετημένες ενέργειες. Εναντιωνόμαστε σε κάθε είδους διακρίσεις και δεν αναγνωρίζουμε κανέναν από τους διαχωρισμούς που επιβάλλονται από τα πάνω, παρά μόνον εκείνον ανάμεσα σε καταπιεστές και καταπιεσμένους. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι με τους μετανάστες, καλλιεργώντας σχέσεις ισοτιμίας και συντροφικότητας και δομώντας κοινότητες

αγώνα. Αναζητούμε συλλογικές λύσεις στα κοινά μας προβλήματα, παίρνουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, απέναντι σε λογικές εξατομίκευσης και εκμετάλλευσης .

Ειδικότερα όσον αφορά τις δυτικές συνοικίες πρόκειται για μια περιοχή που γνωρίζει πολύ καλά για το τι θα πει μετανάστευση καθώς όλη η δομή και η μετέπειτα εξέλιξη αυτών των γειτονιών διαμορφώθηκε τόσο από την εσωτερική όσο και από την εξωτερική μετανάστευση ανθρώπων. Από το 1915 δέχτηκαν αυτές οι συνοικίες μεγάλα κύματα μεταναστών και προσφύγων και έδειξαν στη καθημερινότητα τους ότι είναι γειτονιές αλληλεγγύης για ανθρώπους που ξεριζώθηκαν βίαια από τον τόπο τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 90 πολλοί μετανάστες (από Ρωσία, Αλβανία, Γεωργία) ήρθαν και χρησιμοποιήθηκαν από την τότε κυβέρνηση (πασοκ) για ψηφοθηρικούς λόγους. Και αφού τους χρησιμοποίησαν, όπως κάνει πάντα η εξουσία, τους έθεσαν σε ένα διαρκές καθεστώς εξαίρεσης. Αυτός ο αποκλεισμός συνεχίζεται μέχρι και σήμερα χωρίς κάτι να έχει αλλάξει ακόμα η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς». Με άλλα λόγια αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να αποτελούν μία αόρατη γενιά χωρίς βασικά δικαιώματα. Μερικά σημεία που δείχνουν αυτό το καθεστώς εξαίρεσης που βιώνουν είναι τα εξής:

• Χαμηλότερα μεροκάματα σε σχέση με τους ντόπιους εργάτες. Εδώ επιβεβαιώνεται ότι ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα.
• Η παρουσίαση συγκεκριμένου αριθμού ενσήμων ως προϋπόθεση για να παραμείνουν στη χώρα φυσικά και με ένα χρηματικό ποσό μαζί.
• Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από μετανάστες για ιθαγένεια και χαρτιά παραμονής.
• Η μη χρήση των δικαιωμάτων για παιδιά που πήγαν σχολείο στην Ελλάδα.
• Διαφορετικό καθεστώς εξαίρεσης και γραφειοκρατίας ανάλογα με τη χώρα προέλευσης.
Αυτά είναι ενδεικτικά κάποια από τα σημεία αυτού του ειδικού καθεστώτος που βιώνουν οι μετανάστες δεύτερης γενιάς. Κι εδώ προκύπτει μία μεγάλη αντίφαση. Ενώ η εξουσία θέτει ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων σε καθεστώς εξαίρεσης από την άλλοι οι μετανάστες ενσωματώνονται στη κοινωνική μηχανή. Και η ενσωμάτωση δεν έχει πάντα θετικό πρόσημο. Άλλωστε δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου μετανάστες δεύτερης γενιάς εξαπολύουν ένα ρατσιστικό οχετό εναντίων άλλων μεταναστών. Δυστυχώς δεν είναι λίγα τα παραδείγματα συνεργασίας μεταναστών με τα αποβράσματα της χρυσής αυγής. Ούτε βέβαια η αναπαραγωγή της λογικής του αφεντικού αποτελεί αμελητέο παράδειγμα για τους μετανάστες. Βέβαια για αποφυγή παρεξηγήσεων δεν χρεώνουμε σε όλους τους μετανάστες δεύτερης γενιάς τις παραπάνω νοοτροπίες απλά οφείλουμε να τις αναδείξουμε καθώς αποτελεί μία όψη της κοινωνικής πραγματικότητας.
Έτσι κι αλλιώς το οικονομικό σύστημα και οι σχέσεις εξουσίας είναι που υποτιμάνε τις ζωές και των ντόπιων και των μεταναστών .Είναι ο κοινός παρανομαστής που μετατρέπει τους ανθρώπους σε άγνωστους χ, σε αναλώσιμους εργάτες στα χέρια μικρών και μεγάλων αφεντικών.
Ενάντια σε λογικές κοινωνικού κανιβαλισμού, που επικρατεί η εκμετάλλευση του πιο αδύναμου και ενάντια σε λογικές που μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αριθμούς, εμείς προτάσσουμε την αντίσταση και την αλληλεγγύη. Αντίσταση σε όσους ταξινομούν τους ανθρώπους σε λαθραίους και μη, σε όσους εκμεταλλεύονται την εργασία μας και σε όσους θέλουν να ορίζουν τις ζωές μας. Να αυτοοργανωθούμε στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία χωρίς να περιμένουμε κανένα από μηχανής θεό να μας σώσει. Να συλλογικοποιήσουμε τις ανάγκες μας και έτσι να απαντήσουμε και να αποδομήσουμε τον φασιστικό λόγο, από όπου κι αν προέρχεται. Τα υψηλά εκλογικά ποσοστά των ναζιστών στις δυτικές συνοικίες μας δείχνουν την ανάγκη οργάνωσης και συντονισμού αντιφασιστικών δράσεων που θα διαλύσουν κάθε έννοια ρατσισμού και ξενοφοβίας. Με άλλα λόγια να κάνουμε τις πλατείες, τις γειτονιές μας και κάθε δημόσιο χώρο μέρη απαγορευμένα για φασιστικά καθάρματα και τις μισαλλόδοξες ιδέες τους. Μέσα από δομές αλληλεγγύης (σίτισης, στέγασης, ανταλλαγής ειδών πρώτης ανάγκης) να οργανωθούμε απέναντι στη φτώχεια και την εξαθλίωση και να στηρίξουμε έμπρακτα κάθε υποτιμημένο κομμάτι της κοινωνίας, όπως είμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Γιατί ο αγώνας των μεταναστών για ζωή συνδέεται με όλους τους υπόλοιπους αγώνες. Τους αγώνες ενάντια στην υποτίμηση της εργασίας, ενάντια στη λεηλασία της φύσης, ενάντια στο φασισμό, ενάντια στην καταστολή και τον εγκλεισμό και ενάντια στον ευνουχισμό της σκέψης και της δράσης μας. Τον αγώνα για να απελευθερωθούμε από ό,τι μας καταπιέζει.

Advertisements